41
Καππαδόκες πού μιλούσαν μόνο τουρκικά αλλά διατηρήθηκαν στην Ορθοδοξία, κράτησαν και την ελληνική τους
συνείδηση.
Η συμμετοχή της Εκκλησίας στον απελευθερωτικό αγώνα
Έστω κι αν το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν μπορούσε απροκάλυπτα να υποστηρίξει επαναστατικά κινήματα,
υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις Αρχιερέων και Πατριαρχών που ευνόησαν ή και συνεργάστηκαν σε επαναστάσεις.
Για τον κατώτερο κλήρο τα πράγματα ήταν πιο απλά. Μπορούσαν, μακριά από το καχύποπτο βλέμμα του κατακτητή,
να συμμετάσχουν και να βοηθήσουν στον απελευθερωτικό αγώνα της πατρίδας τους. Θεωρούσαν ιερό χρέος Κληρικοί
και Μοναχοί, όπως και ο υπόλοιπος λαός, να παρέχουν βοήθεια στους Κλέφτες και να συνεργάζονται μαζί τους. Οι
Κλέφτες ήταν οπλισμένες ομάδες, που στρέφονταν κυρίως εναντίον των Τούρκων και συντηρούσαν άσβεστη τη φλόγα
της λευτεριάς. Οι Μονές πρόσφεραν πολλές φορές τόπο καταφυγής σ’ αυτούς.
Οι Νεομάρτυρες αποτελούν τη συνεπέστερη, σύμφωνα και με το πνεύμα της Ορθοδοξίας, αλλά και την
αποτελεσματικότερη αντίσταση στον κατακτητή.
Ονομάστηκαν Νεομάρτυρες σε αντιδιαστολή από τους αρχαίους
μάρτυρες της Εκκλησίας, κατά την περίοδο των διωγμών της Ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας, από την εποχή της Εικονομαχίας (8ος αι.) και μετά.
Αρκετοί από αυτούς ανήκαν στις τάξεις των κρυπτοχριστιανών ή των
εξισλαμισμένων χριστιανών, συνήθως νέοι από 18-30 ετών και απ’ όλες
τις επαγγελματικές και κοινωνικές τάξεις των Ρωμιών. Πολλοί ήταν,
επίσης, και εκείνοι που προσποιούνταν εξωτερικά ότι ήσαν
μουσουλμάνοι, ενώ κρυφά έμεναν χριστιανοί, ένα φαινόμενο που
παρατηρείται από το 14ο αι. στη Μικρά Ασία. Η διπλή ζωή τους ήταν μια
πραγματική δοκιμασία. Τις περισσότερες φορές, αργά ή γρήγορα, αυτοί ή
οι απόγονοί τους, γίνονταν μουσουλμάνοι. Υπήρξαν, όμως, και εκείνοι,
που συνεχίζοντας την παράδοση των αρχαίων μαρτύρων της Εκκλησίας, προτίμησαν να ομολογήσουν ευθαρσώς την
πίστη τους και να μαρτυρήσουν. Μπροστά στον κίνδυνο του εξισλαμισμού τους, ή υπό το άλγος της εξωμοσίας,
δήλωναν φανερά την πίστη τους με αποτέλεσμα το μαρτύριο. Η πράξη τους ήταν ενσυνείδητη, δεν ήταν πράξη
απόγνωσης και αυτοκτονίας, και σ’ αυτή την απόφαση είχαν και την πνευματική στήριξη και καθοδήγηση του
Πνευματικού τους. Πράγματι, οι Νεομάρτυρες άσκησαν τεράστια επίδραση στον υπόδουλο λαό. Αναγνωρίζονταν
αμέσως μετά το μαρτύριό τους ως «άγιοι», ο λαός περιέβαλε με θρησκευτικές τιμές το κεκοιμημένο σώμα τους, τα
λείψανα τους τα θεωρούσε θαυματουργά, οι βίοι τους κυκλοφορούσαν και διαβάζονταν μεταξύ των πιστών και στην
Εκκλησία, τόνωναν το αγωνιστικό φρόνημα του λαού αποτελώντας «ζωντανό» πρότυπο και παράδειγμα, υπόδειγμα
πίστης και αυτοθυσίας. Νεομάρτυρες και Εθνομάρτυρες πότισαν με το αίμα τους το ακριβό δώρο της ελευθερίας του
Γένους. Η διαφορά τους έγκειται στο ότι, οι Νεομάρτυρες διακρίνονταν για την πίστη και την αγιότητα τους και τον
πρωταγωνιστικό ρόλο στο μαρτύριό τους είχε η ομολογία της πίστης τους. Οι Εθνομάρτυρες μαρτύρησαν και έδωσαν
τη ζωή τους δίνοντας περισσότερη βαρύτητα στο πατριωτικό στοιχείο. Κάποιοι ορθόδοξοι κληρικοί αντιμετώπιζαν την
τουρκική κατάκτηση ως θεραπεία σταλμένη από τον Θεό για τα σφάλματα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και του
βυζαντινού λαού. Ωστόσο, υπήρχαν ιεράρχες, όπως ο Πατριάρχης Νεόφυτος ο Β', που είχαν επηρεασθεί από τις
ευρωπαϊκές ιδέες και αμφισβητούσαν την υποταγή στους Τούρκους. Άλλα μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, πάλι, σαν
το μοναχό Μάξιμο τον Γραικό που αναγνωρίσθηκε ως άγιος στη Μόσχα, καλλιέργησαν περαιτέρω σχέσεις με τη
Ρωσία. Έτσι, οι Ρώσοι ταυτίστηκαν στη σκέψη των υπόδουλων Χριστιανών, με το «ξανθό γένος», που θα ελευθέρωνε
την Κωνσταντινούπολη από τους απίστους.