39
Η καθημερινή και θρησκευτική ζωή των Χριστιανών
Σύμφωνα με τη βασική αρχή της μουσουλμανικής θρησκείας, ο κόσμος διαιρείται σε δύο μέρη, στην επικράτεια τού
Ισλάμ (Dar el Islam) και στην επικράτεια των απίστων (Dar el
Harb). Ο ιερός πόλεμος (jihad) εναντίον των απίστων για την
συνεχή επέκταση του Ισλάμ αποτελεί καθήκον για τούς
μωαμεθανούς και είναι μία κατάσταση φυσική ενώ η ειρήνη
επιβάλλεται μόνο όταν η νικηφόρα έκβαση τού πολέμου
καθίσταται αδύνατη. Από την εξολόθρευση των εχθρών
εξαιρούνται οι γυναίκες, τα παιδιά και οι γέροντες. Ο μόνος
τρόπος να γλυτώσουν την εξολόθρευση οι άπιστοι είναι να
ζητήσουν έλεος πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών και να
δεχτούν να γίνουν φόρου υποτελείς υπό την προστασία τού
μωαμεθανού ηγεμόνα. Το προνόμιο αυτό της διαπραγμάτευσης
το είχαν μόνο οι Ιουδαίοι και οι Χριστιανοί (λαοί της Βίβλου), ενώ
οι ειδωλολάτρες έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα στην σφαγή και στον εξισλαμισμό
Οι φόρου υποτελείς οι οποίοι ονομάζονταν και ραγιάδες είχαν περιορισμούς σχετικούς με την εγκατάσταση, την
μετακίνηση και την αμφίεση. Δεν μπορούσαν να κατοικήσουν σε ορισμένες πόλεις ή περιορίζονταν σε συγκεκριμένες
συνοικίες. Απαγορεύονταν να καταλαμβάνουν τιμητικές θέσεις και αξιώματα, να συναθροίζονται για να συνομιλούν, να
υψώνουν τη φωνή τους σε μουσουλμάνους ή να περιβάλλονται από ακολούθους. Επίσης όφειλαν να φορούν μπλε
σαρίκι, να μην οπλοφορούν και να μην ιππεύουν άλογα. Ο γάμος επιτρεπόταν μόνο με μουσουλμάνο και χριστιανή
ενώ με ποινή θανάτου τιμωρούνταν ο Χριστιανός πού νυμφευόταν μουσουλμάνα. Το τουρκικό δίκαιο επέτρεπε ένα
μωαμεθανό να ενοικιάσει για ένα διάστημα Χριστιανή για να αποκτήσει νόμιμα τέκνα και μετά να την απαλλάξει.
Ένα στοιχείο ευνοϊκό για τούς υπόδουλους Έλληνες ήταν η κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας την οποία την
υπαγόρευσε ο Μωάμεθ Β' ο κατακτητής με τον ορισμό του Γενναδίου ως τού πρώτου Πατριάρχη μετά την άλωση.
Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι κατά καιρούς δεν γίνονταν βίαιοι εξισλαμισμοί, και ότι οι μεγαλύτερες εκκλησίες δεν
μετατρέπονταν σε τζαμιά, γιατί πρέπει να σημειώσουμε ότι ο τρόπος επιβολής της οθωμανικής εξουσίας διέφερε από
τόπο σε τόπο, ανάλογα με το "γινάτι" του κάθε τοπικού δυνάστη ή τις εκάστοτε παρορμήσεις τού μεγάλου βεζίρη και
τού σουλτάνου, καθόλη τη μακρά χρονική διάρκεια της οθωμανοκρατίας. Έτσι ενώ θεωρητικά η εκπαίδευση ήταν
επιτρεπτή, υπήρχαν περιπτώσεις πού κάποιος πασάς ή μπεηλέρμπεης έκλεινε τα σχολειά με αποτέλεσμα το βάρος
της εκπαίδευσης να το αναλαμβάνουν κάποιοι ιερείς, για να μάθουν τα παιδιά τα "κολλυβογράμματα" μέσα στα κρυφά
σχολειά
Όσο αφορά την θρησκεία, απαγορευόταν η ανέγερση εκκλησιών ενώ επιτρεπόταν μόνο η επισκευή εκκλησιών πού
προϋπήρχαν. Οι καμπάνες έπαψαν να ηχούν, οι χριστιανοί δεν μπορούσαν να τελούν δημόσιες λιτανείες, να
επιδεικνύουν σταυρούς και λαμπάδες στους δρόμους και να θάβουν τούς νεκρούς τους κοντά σε μουσουλμάνους.
Ενώ ο εξισλαμισμός ενθαρρυνόταν, επιβαλλόταν η ποινή τού θανάτου σε όσους αποστατούσαν από το Ισλάμ.
Οι διακρίσεις εις βάρος των Χριστιανών
Οι σημαντικότερες διακρίσεις σε βάρος των χριστιανών αφορούσαν την φορολογία αφού σύμφωνα με το Ισλάμ οι
πιστοί πρέπει να ζουν εις βάρος των απίστων. Η φορολογία ήταν δυσβάστακτη και οι υπόδουλοι λαοί έφεραν όλο το
βάρος της συντήρησης του οθωμανικού στρατού. Αυτός άλλωστε ήταν ο κύριος λόγος για τον οποίο οι εκάστοτε
σουλτάνοι ανεχόντουσαν την ύπαρξη μη μωαμεθανών υπηκόων. Ενώ υπήρξαν δεκάδες φόροι, εκείνος πού έχει μείνει
γνωστός ακόμα και σήμερα είναι το χαράτσι (κεφαλικός φόρος), δηλαδή ο φόρος πού πλήρωνε ο άπιστος για να έχει
το δικαίωμα για ένα χρόνο να έχει το κεφάλι τους στους ώμους του. Στους φόρους πρέπει να προσθέσουμε τα
"μπαξίσια" πού ελάμβαναν οι υπάλληλοι και οι τοπικοί άρχοντες οι οποίοι έκαναν δυσβάσταχτη την καθημερινή ζωή