38
Εισαγωγή
Η απώλεια της ελευθερίας είναι η σκληρότερη μοίρα για ένα λαό. Για τους Έλληνες, η 'Άλωση της Κωνσταντινούπολης
το 1453 ήταν μια τραγωδία χωρίς προηγούμενο, που σημάδεψε το τέλος του Βυζαντίου, της χριστιανικής
Αυτοκρατορίας της Ανατολής, και την αρχή της σκλαβιάς
Η ιστορική συνέχεια του Γένους, κατά τα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας 1453-1821, θα συνδεθεί με τη ζωή της
Εκκλησίας. Η άλλοτε κραταιή Βυζαντινή Αυτοκρατορία/Ρωμανία, θα βρεθεί πολιτικά ακέφαλη υπό την κυριαρχία ενός
αλλόπιστου δυνάστη. Ο μόνος θεσμός που έμεινε ζωντανός μετά την Οθωμανική κατάκτηση, έστω κι αν ολόκληρη η
λειτουργία της άλλαξε, ήταν η Εκκλησία. Σ’ εκείνους τους, από κάθε άποψη «σκοτεινούς αιώνες», θα αναλάβει την
ευθύνη της πολιτικής και πνευματικής επιβίωσης του Γένους. Οι αποφάσεις, οι ενέργειες, οι παραλείψεις και τα λάθη
της θα έχουν, πλέον, άμεσο αντίκτυπο στο Γένος των Ρωμιών. Μόνο που αυτές οι αποφάσεις δε λαμβάνονται σε
καθεστώς ελευθερίας, αλλά πάντα υπό το άγρυπνο βλέμμα του Οθωμανού κατακτητή.
Ο ρόλος του Πατριαρχείου στην στήριξη των υπόδουλων ορθοδόξων
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453 σήμαινε την επικυριαρχία τους πάνω στους Έλληνες
και την τυπική νομιμοποίησή τους στην εξουσία, ενώ για τους Ορθόδοξους λαούς και κυρίως τους Έλληνες, την αρχή
μιας μακραίωνης και σκοτεινής φάσης της ιστορίας τους. Η Αυτοκρατορία,
ακέφαλη πολιτικά, θα στηριχτεί για τους επόμενους αιώνες στον μοναδικό
πια θεσμό που της απέμεινε, την Εκκλησία. Ο Μεχμέτ (Μωάμεθ) Β΄ ο
Πορθητής θεωρούσε τον εαυτό του νόμιμο διάδοχο των Βυζαντινών
αυτοκρατόρων. Ακολουθώντας πιστά το μουσουλμανικό ιερό νόμο (σεράτ),
αλλά και λόγω της προσωπικότητας του, θα σεβαστεί τη θρησκεία των
υπόδουλων και θα της δώσει περιορισμένη αυτονομία. Με δικές του
ενέργειες θα πληρωθεί ο χηρεύων από το 1450/1 Πατριαρχικός
Οικουμενικός Θρόνος με το Γεννάδιο (Γεώργιο) Σχολάριο στις 6/1/1454.
Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, o ισχυρότερος, μετά τη βασιλεία,
θεσμός του Βυζαντίου, διαδραμάτισε εξίσου ισχυρό ρόλο κατά την περίοδο
της τουρκοκρατίας αφού ήταν το κύριο πνευματικό και διοικητικό κέντρο του
υπόδουλου Ελληνισμού. Ο σουλτάνος ανεγνώρισε τον Πατριάρχη ως ηγέτη
των ορθοδόξων και μαζί με το αξίωμα, τού παραχώρησε τα λεγόμενα
προνόμια, πού απετέλεσαν από τότε τη νομική βάση της υπάρξεως του
οικουμενικού πατριαρχείου και το νομικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας, αλλά και
των ευθυνών του, απέναντι στην Πύλη. Ειδικότερα, ο πατριάρχης εκλεγόταν
από σύνοδο αρχιερέων, διόριζε, έπαυε και τιμωρούσε τούς κληρικούς,
ασκούσε πνευματική και διοικητική εποπτεία σε όλα τα υπάρχοντα θρησκευτικά ιδρύματα - χωρίς να έχει δικαίωμα για
ίδρυση καινούργιων - και εκδίκαζε τις αστικές υποθέσεις των ορθοδόξων σχετικές με γάμους, κληρονομιές και λοιπές
αστικές διαφορές.