Page 26 - Εργασία από την Πόλη έρχομαι

Basic HTML Version

26
Η συνεταιριστική αυτή μορφή είχε και μικρότερους σχηματισμούς. Όλοιόμως, μικροί και μεγάλοι σχηματισμοί της
δουλειάς,μια ορισμένη ελαστικότητα στους κανόνες της εργασίαςτους. Ανάλογα με την κάθε περίπτωση άλλαζαν οι
λεπτομέρειες και οι όροι της συμφωνίας ανάμεσα στους συνεταίρους σύμφωνα βέβαια με τις συνθήκες της κάθε
εργασίας.
Η δημιουργία καταστατικών στις συντεχνίες
Προκειμένου να διευκολυνθεί το έργο των πρωτομαστόρων και των γερόντων, πολλές συντεχνίες, από το μισό του
17ου και κυρίως,κατά το 18ο αιώνα απέκτησαν κανονισμούς και καταστατικά που σήμερα-όπως π.χ το καταστατικό
των αμπατζήδων στη Φιλιππούπολη του 1804-αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τις
συντεχνίες,τηλειτουργία τους και τις εσωτερικές τους ισορροπίες.
Το κοινωνικό έργο των συντεχνιών
Οι συντεχνίες έχουν ένα ευρύ φιλανθρωπικό-κοινωνικό έργο να εκπληρώσουν .Με την ευθύνη και των γερόντων
τηρείται το ταμείο της συντεχνίας.Τα ταμεία των συντεχνιών φροντίζουν για την οικονομική στήριξη των μελών σε
δύσκολες περιστάσεις της ζωής τους ενώ προβαίνουν σε ευρείας κλίμακας αγαθοεργίες και φιλανθρωπικά έργα
κρατώντας το σχετικό κατάστιχο ελεημοσύνης
Κεντητές, Κεντήτριες & Κεντήματα στην Κωνσταντινούπολη (17ος – 19ος αι.)
Οι συλλογές του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου έχουν να παρουσιάσουν σπουδαία δημιουργήματα βυζαντινής
και μεταβυζαντινής χρυσοκεντητικής. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζουν τα εργόχειρα των μεταβυζαντινών χρόνων από την
Κωνσταντινούπολη, στα οποία εστιάζεται και το θέμα του ημερολογίου του Βυζαντινού Μουσείου για το 2008, καθώς,
ιδίως από τον 17ο αιώνα και μετά, η Πόλη αναδεικνύεται σε σημαντικό κέντρο
παραγωγής χρυσοκεντημάτων.
Από τον 17ο αιώνα και μετά, η Κωνσταντινούπολη αποτέλεσε σπουδαίο εμπορικό
κέντρο και βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του πολιτικού και οικονομικού
κόσμου της Ευρώπης. Την ίδια εποχή Έλληνες από τον ελλαδικό, μικρασιατικό αλλά
και τον ευρύτερο μεσογειακό κόσμο έφθαναν εκεί αναζητώντας εργασία και
καλύτερους όρους διαβίωσης. Έτσι, η Πόλη, με το Πατριαρχείο, με τους πλούσιους
εμπόρους, τους πολυάριθμους ελληνικούς ναούς, τις
ελληνικές συντεχνίες που ανέρχονται στις 150 και είχαν
τεράστια δύναμη, τους νησιώτες ναυτικούς, αναδείχτηκε σε
οικονομική και πνευματική πρωτεύουσα των Ρωμιών.
Σε αυτό το πλαίσιο ήταν επόμενο να αναδειχθούν και οι τέχνες κι ανάμεσά τους η
χρυσοκεντητική, που σε μεγάλο βαθμό υπηρετούσε τις ανάγκες του εκκλησιαστικού βίου των
Ρωμιών και της οποίας η αδιάσπαστη συνέχεια από τη βυζαντινή εποχή είναι
αδιαμφισβήτητη. Οι χρυσοκεντητές αποτελούν ένα από τα πλέον ισχυρά και μεγάλα ισνάφια
(συντεχνίες) της Κωνσταντινούπολης, ενώ η Πόλη εμφανίζεται να είναι σημαντικό κέντρο
εργαστηριακής κεντητικής, από το οποίο προέρχονται κατά πάσα πιθανότητα τα καλύτερα χρυσοκέντητα που
βρίσκονται διάσπαρτα σε μονές και συλλογές. Εκεί εργάζεται και η διασημότερη κεντήτρια της εποχής, η Δεσποινέτα, η
φήμη της οποίας εκτείνεται και πέραν των συνόρων της Πόλης, όπως αποδεικνύουν οι παραγγελίες που δέχεται από
μακριά. Κωνσταντινουπολίτισσες είναι και η Μαριώρα, η Ευσεβία, η Κοκώνα, η Τζαόρια και η Γρηγοριά, που άφησαν
πίσω τους μοναδικά έργα.
Οι πρανδιοπράται εμπορεύονταν όλοι «ἐνἑνὶτόπῳτοῦἘμβόλου» (κεντρικός δρόμος με στοές) (ΕΒ 5.2), οι
μεταξοπράται διέθεταν τα εμπορεύματά τους στο forum, δηλαδή την κεντρική πλατεία-αγορά της Πόλης (ΕΒ 6.13). Τα