24
Η Ύστερη Βυζαντινή περίοδος
Φαίνεται ότι το σύστημα των βυζαντινών συντεχνιών στην Κωνσταντινούπολη άρχισε βαθμιαία να αποδιαρθρώνεται
και να διαλύεται από τις αρχές του 13ου αιώνα και εξής. Η διαδικασία αυτή ήταν αποτέλεσμα της εμπορικής
κυριαρχίας των Βενετών και Γενουατών εμπόρων, της εξασθένησης της κρατικής εξουσίας και της παρακμής
συντεχνιών που αφορούσαν συγκεκριμένους τομείς όπως ήταν η μεταξουργία, ως συνέπεια του ανταγωνισμού που
αναπτύχθηκε μεταξύ της πρωτεύουσας και των επαρχιακών πόλεων.
Ιστορικές εξελίξεις τον 13ο αιώνα
Το 1204, τα στρατεύματα της Δ΄ Σταυροφορίας κυρίευσαν την Κωνσταντινούπολη και με τη στρατιωτική διείσδυση της
Δύσης στο Βυζάντιο έλαβε νέα μορφή και η προϋπάρχουσα οικονομική δραστηριότητα. Τα κατακτημένα βυζαντινά
εδάφη διαμελίστηκαν μεταξύ των σταυροφόρων, η δε Βενετία έλαβε τη μερίδα του λέοντος, ελέγχοντας τα
σημαντικότερα λιμάνια και συνεπώς το εμπόριο. Στην Κωνσταντινούπολη, συγκεκριμένα, η Βενετία έλαβε τα τρία
όγδοα της πόλης και χιλιάδες Βενετοί εγκαταστάθηκαν εκεί, με αποτέλεσμα η πόλη να καταστεί το σπουδαιότερο
βενετικό εμπορικό κέντρο κατά τη Φραγκοκρατία.32 Μία από τις συνέπειες της άλωσης του 1204 ήταν ότι οι Ιταλοί
έμποροι δεν διέμεναν πλέον προσωρινά σε ειδικούς εμπορικούς σταθμούς στις πόλεις, αλλά άρχισαν να
εγκαθίστανται μόνιμα σε αυτές, με αποτέλεσμα να αποικίσουν ολόκληρες βυζαντινές περιοχές. Το 1261, ο στρατός του
αυτοκράτορα της Νίκαιας (του σημαντικότερου ελληνικού διάδοχου κράτους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας) Μιχαήλ Η΄
Παλαιολόγου (1259-1282) ανακατέλαβε την Κωνσταντινούπολη. Το γεγονός αυτό εξανάγκασε τους Βενετούς να
εγκαταλείψουν τα τμήματα της πρωτεύουσας που κατείχαν και να χάσουν την προνομιακή εμπορική τους θέση.
Εντούτοις, ανέπτυξαν άλλες βάσεις, και από το 1267 ανέκτησαν στην Κωνσταντινούπολη, κατόπιν
επαναδιαπραγμάτευσης με τους Βυζαντινούς, την περιοχή όπου ήταν εγκατεστημένοι παλαιότερα. Από την άλλη
πλευρά, το 1261 ο Μιχαήλ Η΄ παραχώρησε στους Γενουάτες με τη συνθήκη του Νυμφαίου, αντί της βοήθειας –
αχρείαστης τελικά– που θα προσέφερε ο στόλος τους εναντίον των Βενετών στην επικείμενη κατάληψη της
Κωνσταντινούπολης, πλήθος δασμολογικών απαλλαγών και εμπορικών βάσεων. Οι Γενουάτες αποδείχθηκε όμως ότι
έλαβαν υπερβολικά πολλά. Κατέστησαν τον Γαλατά (Πέρα, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη) που τους είχε
παραχωρηθεί, σε ανεξέλεγκτο οικονομικό ανταγωνιστή της πρωτεύουσας, ενώ δεν άργησαν να κυριαρχήσουν στο
εμπόριο του Εύξεινου Πόντου.33 Είναι ενδεικτικό ότι μετά το 1261 η Κωνσταντινούπολη εισήγε σιτηρά από τον
Εύξεινο Πόντο μέσω Γενουατών εμπόρων.
Μολονότι το ειδικό καθεστώς της είχε παύσει να υφίσταται ήδη από το
12ο αιώνα και ο πληθυσμός της μειωνόταν συνεχώς μετά το 1204 (με
αποτέλεσμα να αριθμεί μόλις 50.000 κατοίκους, όταν έπεσε στα χέρια
των Οθωμανών το 1453) η Κωνσταντινούπολη παρέμενε μέχρι και τα
μέσα του 15ου αιώνα σημαντικότατο κέντρο του διαπεριφερειακού
εμπορίου, φιλοξενώντας μεγάλο αριθμό εμπόρων, τραπεζιτών και
πλοιοκτητών.35 Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βενετού
ΤζάκομοΜπαντοέρ (GiacomoBadoer), ενός εμπόρου-τραπεζίτη του
οποίου σώζεται το λογιστικό κατάστιχο.36 O Μπαντοέρ, εγκατεστημένος
στην Κωνσταντινούπολη την περίοδο 1436-1440, επιδιδόταν στο
εμπόριο με άλλες αγορές της ανατολικής Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου μέσω των πρακτόρων του ή άλλων
εμπόρων. Εντούτοις, η εμπορική κίνηση της βυζαντινής πρωτεύουσας τελούσε πλέον υπό τον έλεγχο των Δυτικών
εμπόρων και ιδιαίτερα των Ιταλών.37 Αυτό αποτελούσε συνέπεια του γεγονότος ότι η ανατολική Μεσόγειος μαζί με τις
ιταλικές πόλεις λειτουργούσαν πλέον ως διεθνής αγορά, όπου κυριαρχούσαν οι Ιταλοί, και ιδιαίτερα η Βενετία και η
Γένουα, χάρη στα εμπορικά προνόμιά τους και τις αποικίες που είχαν ιδρύσει. Οι βυζαντινοί έμποροι λάμβαναν μέρος
στο εμπόριο μεγάλων αποστάσεων, αναλαμβάνοντας όμως το ρόλο των ελασσόνων εταίρων των Ιταλών. Σε ό,τι