Page 23 - Εργασία από την Πόλη έρχομαι

Basic HTML Version

23
από τον έπαρχο να απαλλαγούν από τις συμβατικές υποχρεώσεις τους (ΕΒ 22.1). Ο εργοδότης όφειλε να καταβάλλει
τη συμφωνηθείσα αμοιβή ή να την αυξάνει, αν ο έπαρχος έκρινε ότι ήταν χαμηλή (ΕΒ 22.4). Προβλεπόταν ότι οι
πέτρινες κατασκευές θα είχαν δεκαετή και οι χωμάτινες εξαετή ελάχιστη διάρκεια ζωής, αν και εφόσον δε
μεσολαβούσαν φυσικές καταστροφές. Εάν τα κτίσματα κατέρρεαν νωρίτερα, ο εργολάβος έπρεπε να αποκαταστήσει
τη ζημιά (ΕΒ 22.4).
Οι συντεχνίες και το κράτος
Έλεγχοι ασκούνταν από τον έπαρχο και τους υπαλλήλους του (επαρχικοί) (ΕΒ 1.4). Ο λεγατάριος, ο οποίος επέβλεπε
και παρουσίαζε στον έπαρχο τους ξένους εμπόρους, ήταν το δεξί του χέρι. Αυτός έλεγχε τα εμπορεύματα που
μετέφεραν οι ξένοι και καθόριζε τη διάρκεια διαμονής τους (έως και τρεις μήνες) στο Βυζάντιο. Όταν έληγε η άδεια
παραμονής των ξένων, ο λεγατάριος τους οδηγούσε ενώπιον του επάρχου, ο οποίος έλεγχε τον κατάλογο των
αγορών τους, ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος να εξαχθούν κεκωλυμένα (ΕΒ 20). Εκτός του λεγαταρίου αναφέρεται, ως
ελεγκτής μέτρων και σταθμών, ο σύμπονος σε σχέση με τις συντεχνίες των βυρσοδεψών (ΕΒ 14.2), των αρτοποιών
(ΕΒ 18.1, 4) και των καπήλων (ΕΒ 19.1), και οι πληρεξούσιοί του έξαρχοι, που σχετίζονταν με τους πρανδιοπράτες
(ΕΒ 5.1) και τους μεταξοπράτες (ΕΒ 6.4) και ευθύνονταν για τις σφραγίδες (βουλλωταί) και τον έλεγχο της ποιότητας
του νήματος (μιτωταί) (ΕΒ 8.3).
Τα επαγγελματικά σωματεία στην Κωνσταντινούπολη του 10ου αιώνα, παρά το γεγονός ότι αποτελούσαν συλλόγους
ή κοινότητες διεπόμενες από το ίδιο νομικό καθεστώς, παρουσίαζαν διαφορές και ιδιαιτερότητες (λ.χ. οι επικεφαλής
έφεραν διάφορες ονομασίες: προστάτης, προστατεύων, πρωτοστάτης, προεστώς και άλλες) στην οργάνωσή τους. Η
λειτουργία τους αντιπροσώπευε ένα παράδοξο κράμα ελεύθερης επιχείρησης και κρατικού παρεμβατισμού. Κάθε
μέλος ήταν ελεύθερο να επενδύει χρήματα, αλλά στα όρια που του επέβαλλε το επάγγελμά του. Το κράτος επιδίωκε
την ενίσχυση του υγιούς και την εξουδετέρωση του αθέμιτου ανταγωνισμού• έτσι καθόριζε συγκεκριμένους τόπους5
για την άσκηση κάθε επαγγέλματος (με τον τρόπο αυτό αποτρεπόταν ο κατακερματισμός της αγοράς, αυξανόταν η
αποτελεσματικότητα και παρέμεναν χαμηλά τα έξοδα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων), απαγόρευε στους
επαγγελματίες να ενεργούν με στόχο τη δημιουργία μονοπωλίων (όπως να προκαλούν δόλια αύξηση στα ενοίκια των
ανταγωνιστών τους) ή να αποθηκεύουν κρυφά προϊόντα, για να τα διαθέσουν στην αγορά σε περιόδους κρίσης, και
υποχρέωνε τους επιχειρηματίες ενός κλάδου να ενεργούν συλλογικά ως προς την αγορά των εισαγόμενων προϊόντων.
Έτσι όλοι οι επαγγελματίες αγόραζαν στην ίδια τιμή. Από αυτή τη στιγμή ο ανταγωνισμός ήταν ελεύθερος.
Η ατομική πρωτοβουλία περιοριζόταν στον καθορισμό του χρόνου αγοράς και διάθεσης του προϊόντος, τον
προσδιορισμό του επιπέδου της επένδυσης και της τιμής πώλησης. Η τιμή πώλησης υπέκειτο σε περιορισμούς,
εφόσον δεν μπορούσε να υπερβεί ένα ποσοστό 4-12%, πέραν της αύξησης που συνεπάγονταν οι φθορές του
προϊόντος και οι αναγκαίες δαπάνες.6 Το κράτος έλεγχε την ποιότητα των προϊόντων και επιτηρούσε άγρυπνα τη
διακίνηση των κεκωλυμένων (πολυτελών ή με στρατηγική σημασία προϊόντων) και παρακολουθούσε από κοντά την
εγγραφή νέων μελών. Η συμμετοχή στις συντεχνίες δεν αποτελούσε κληρονομικό δικαίωμα, όπως στη Ρώμη, αλλά
εξαρτιόταν κυρίως από συστάσεις για την προσωπική ακεραιότητα και την επαγγελματική επάρκεια του υποψήφιου
μέλους, καταβολή τελών εγγραφής (μεταξύ 2 και 12 νομισμάτων) και δωρεά χρημάτων στα παλαιά μέλη.
Για τα μέλη των συντεχνιών υπήρχαν πολλές υποχρεώσεις, όπως παρουσία σε δημόσιες εκδηλώσεις ή τις
συνελεύσεις του σωματείου (ΕΒ 1.26), και απαγορεύσεις με αγορανομικό ή άλλο χαρακτήρα (λαθρεμπόριο, νοθείες,
παραποιήσεις, παραχαράξεις) (ΕΒ 1.4-5, 1.9, 2.6-8). Αυστηροί κανόνες ίσχυαν σε σχέση με την παραμονή των ξένων
εμπόρων στην Κωνσταντινούπολη. Οι περιορισμοί συνοδεύονταν από πρόστιμα και σωματικές ποινές (χειροκοπία,
κουρά κ.ά.).