21
16), δηλαδή στα εμπορεύματα που απαγορευόταν να εξαχθούν. Οι καταρτάριοι προετοίμαζαν το μετάξι για την τελική
επεξεργασία του (ΕΒ 7.1). Οι σηρικάριοι στα εργαστήρια και τους αργαλειούς τους (ΕΒ 8.3) ύφαιναν, έβαφαν, έκοβαν
και τύλιγαν σε κυλίνδρους το κατεργασμένο από καταρταρίους ή το ακατέργαστο μετάξι των μεταξοπρατών. Οι
κύλινδροι τοποθετούνταν σε κυλιστάρεια με την έγκριση του επάρχου (ΕΒ 8.9). Οι σηρικάριοι δεν μπορούσαν να
κατασκευάσουν μεταξωτά που δημιουργούσαν αποκλειστικά τα αυτοκρατορικά εργαστήρια (ΕΒ 1.8), να διαθέσουν τα
προϊόντα τους σε Εβραίους ή άλλους ξένους εμπόρους (ΕΒ 6.16) και να βάφουν με αίμα (ΕΒ 8.4), ήταν δε
υποχρεωμένοι να δέχονται τον έλεγχο των βουλλωτών και των μιτωτών του δημοσίου (ΕΒ 8.3).
Οι βεστιοπράται και οι πρανδιοπράται ήταν ειδικευμένοι στην πώληση
υφασμάτων και ενδυμάτων. Οι βεστιοπράται προμηθεύονταν εμπόρευμα από
τους σηρικαρίους και λιγότερο από τους άρχοντες. Για να προστατευτεί το
αυτοκρατορικό μονοπώλιο, απαγορευόταν στους βεστιοπράτες να πωλούν
κεκωλυμένα ή άρραφα στους αλλοδαπούς και τους επαρχιώτες. Αγορές
ενδυμάτων αξίας άνω των 10 νομισμάτων δηλώνονταν στον έπαρχο (ΕΒ 4.1-
2).
Οι πρανδιοπράται αγόραζαν και διέθεταν στην αγορά έτοιμα προϊόντα, τα
οποία εισάγονταν από Σύρους εμπόρους, αφού εκτελωνίζονταν στο λιμάνι της Σελεύκειας, μία από τις δύο κύριες
εμπορικές πύλες της Μικράς Ασίας –η άλλη πύλη ήταν η Τραπεζούντα– στα ανατολικά (ΕΒ 5.1). Αυτά τα προϊόντα, η
λεγόμενη σαρακηνική πραγματεία, ήταν χαρέρια, δηλαδή μεταξωτά υφάσματα, θάλασσαι, βαγδαδίκια, φουφούλια,
αυδία, χάμια και εσωφόρια. Όλα αυτά τοποθετούνταν στα μιτάτα, για να μοιραστούν ισοδίκαια εντός 3 μηνών στους
πρανδιοπράτες, τους Σύρους εμπόρους που είχαν συμπληρώσει δεκαετία παραμονής στη βασιλεύουσα, και τους
άρχοντες (ΕΒ 5.2, 4, 5). Ό,τι απέμενε από τα εισαγόμενα εμπορεύματα αδιάθετο κατέληγε στον έπαρχο.
Οι οθωνιοπράται ή μιθανείς εμπορεύονταν λινά υφάσματα από το Στρυμόνα και τον Πόντο (ΕΒ 9.1). Οι εισαγωγείς
ήταν αντίστοιχα Βούλγαροι ή επαρχιώτες Πόντιοι. Από τις ίδιες περιοχές εισαγόταν μέλι που προοριζόταν για τους
σαλδαμαρίους. Oιοθωνιοπράται, οι σαλδαμάριοι και οι πρανδιοπράτες μπορούσαν, με την έγκριση του επάρχου, να
μεταβούν στη Βουλγαρία ή τον Πόντο, για να ανταλλάξουν τα είδη αυτά με βλαττία, πράνδια και χαρέρια (ΕΒ 9.6).
Οιοθωνιοπράται μετέφεραν την πραμάτεια στους δρόμους της βασιλεύουσας σε καθορισμένες ημέρες από τις αρχές
(ΕΒ 9.7). Οι βεστιοπράται προμηθεύονταν από τους οθωνιοπράτες λινοΰφαντα εμπορεύματα για την (εσωτερική)
επένδυση των μεταξωτών ενδυμάτων (ΕΒ 9.1).
Μυρεψοί
Οι μυρεψοί εμπορεύονταν μυρεψικά (καρυκεύματα, αρώματα, βαφικά). Ο προσδιορισμός της ταυτότητας αυτών των
ειδών δεν είναι πάντα αυτονόητος. Καρυκεύματα ήταν το πιπέρι, το στάχος, η κανέλα και η ξυλαλόη, αρώματα το
άμβαρ, ο μόσχος, το λιβάνι και η σμύρνα και βαφικά το αιματόξυλο (βαρζίν ή μπακάμ στα αραβικά), ο λαχάς, το
λαχούρι, το χρυσόξυλο και η ζυγαία ή ζυγία (ΕΒ 10.1). Οι μυρεψοί έστηναν στη σειρά τα αβάκιά τους στη Μέση, από
τη Χαλκή Πύλη μέχρι το Μίλιον (ΕΒ 10.1). Μυρεψικά εισάγονταν κυρίως από τον αραβικό κόσμο διά Χαλδαίων και
Τραπεζουντίων ή εξ άλλων τινών τόπων. Η φράση εξ άλλων τινών τόπων σχετίζεται ίσως αποκλειστικά με τη
βυζαντινή επαρχία απ’ όπου εισάγονταν το χρυσόξυλο και η ζυγαία.
Κηρουλάριοι, σαπωνοπράται, σαλδαμάριοι
Η έκτη ομάδα περιλάμβανε επαγγελματίες που διέθεταν στην αγορά ευνόθευτα προϊόντα (κηρουλάριοι,
σαπωνοπράται, σαλδαμάριοι). Οι κηρουλάριοι προμηθεύονταν κερί από ξένους, κυρίως Βουλγάρους (αλλά και
Ρώσους), και την Εκκλησία, μπορούσαν δε να αγοράσουν μόνο την αναγκαία ποσότητα λαδιού (ΕΒ 11.3). Οι
σαπωνοπράται κατασκεύαζαν με στάχτη, λάδι και άλλα υλικά και πωλούσαν το κοινό και το πολυτελές σαπούνι από τη
Γαλλία, επιτρεπόταν όμως να εισαγάγουν σαπούνι από το εξωτερικό (ΕΒ 12). Οι σαλδαμάριοι (παντοπώλες) διέθεταν