πάντα για να συντηρήσουν αυτό που έχτισαν με κόπο, προκειμένου να ζήσουν και τα
εγγόνια τους από αυτό. Το θέμα είναι πως πολλοί νέοι δεν θέλουν να δουλέψουν στα
μαγαζιά των παππούδων τους και φοβάμαι πως αυτοί οι τόσο αυθεντικοί και ζεστοί
χώροι κινδυνεύουν μέσα στα επόμενα χρόνια να χαθούν. Όταν σε έχει στείλει ο
γονιός σου σε μια μεγάλη πόλη για να σπουδάσεις, παίρνεις το πτυχίο και μετά
βλέπεις πως δεν ζητάνε πουθενά κόσμο, γιατί να μην προσπαθήσεις να μάθεις τη
δουλειά δίπλα στον έμπειρο παππού σου και να συντηρήσεις την κληρονομιά σου,
που ταυτόχρονα είναι κληρονομιά και μνημείο του τόπου μας; Δεν λέω να μην
εκσυγχρονιστούν τα καφενεία ή να μην τους βάλουν υπολογιστές ρε παιδί μου, στα
καφενεία έτσι και αλλιώς έβρισκε ο κόσμος τζουκ μποξ, τηλεοράσεις, ακόμη και τα
τηλεφωνήματα του έκανε εκεί πολύς κόσμος μέχρι πριν μερικές δεκαετίες. Δυστυχώς
όμως τα περισσότερα έχουν εκσυγχρονιστεί και έχουν αποκτήσει μοντέρνα στοιχεία,
γεγονός που δεν κατανοώ, τι το κακό υπάρχει στο να σερβίρεις ελιές και όχι τσιπς;»
Όπως λέει, οι οικογενειακές του καταβολές είναι τόσο λαϊκότροπες όσο και πιο
εκλεπτυσμένες, έχει μεγαλώσει τόσο με
Καζαντζίδη
όσο και με
Βιβάλντι
, με μια
κλίση προς τον πρώτο που τον οδήγησε και στο να επισκεφτεί τα καφενεία από άκρη
σ’ άκρη . «Μου αρέσουν τα καφενεία γιατί η ατμόσφαιρά τους δεν έχει καμιά σχέση
με εκείνη ενός γκουρμέ εστιατορίου όπου πρέπει να βάλω ζώνη αγνότητας και να
προσέχω πώς κάθομαι, πώς τρώω και τι λέω. Σε ένα καφενείο θα αφεθείς, θα σε
κεράσουν, θα κεράσεις πίσω, και θα χαθείς μέσα σε κουβέντες άλλων, μιλάμε δηλαδή
για έναν απίστευτο τρόπο κοινωνικοποίησης. Σκέψου πως όταν χτύπησε η κρίση και
την επαρχία, άνθρωποι σταμάτησαν να πηγαίνουν γιατί ένιωθαν ντροπή που δεν είχαν
πάνω τους λεφτά να ανταποδώσουν το αναμενόμενο καθημερινό κέρασμα. Σε
οποιοδήποτε άλλο μαγαζί και αν κάτσεις θα σε πουν περίεργο και κουτσομπόλη αν
ακούς τι λένε οι διπλανοί σου».
Όσο για το αν οι γυναίκες του εκάστοτε χωριού επισκέπτονται πλέον με άνεση το
άνδρο της τεστοστερόνης, ο ίδιος εκτιμά πως όχι μόνο συχνάζουν σε αυτά τα μέρη,
αλλά πολλές από αυτές δεν τις κοντράρει κανένα αρσενικό στις πόρτες και το
πλακωτό. «Πας σε ένα χωριό της
Ηπείρου
και έχει μισό μέτρο χιόνι ή σε ένα νησί της
άγονης γραμμής. Η μόνη καμινάδα που θα δεις να είναι συνεχώς αναμμένη είναι αυτή
του καφενείου. Είναι το μόνο μέρος συνάντησης των ντόπιων ακόμη και τις πιο
δύσκολες μέρες του χειμώνα γιατί τους κρατάει δεμένους και τους δίνει την αίσθηση
πως έχουν και εκείνοι ένα στέκι στο πουθενά που κατοικούν. Κάποτε πήγαιναν μόνο
οι άντρες όπως ξέρουμε, τώρα πια πάνε και γυναίκες και σε πληροφορώ πως είναι οι
καλύτερες ταβλαδόρισες που έχω δει, άσε που ξεστομίζουν τα πιο ωραία μπινελίκια».
ΤΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Τα καφενεία της Ελλάδας, χώροι συνάντησης των ανδρών, τόποι παιγνιδιών και απολαύσεων, τόποι
συνεύρεσης και κοινωνικής συναναστροφής, τόποι ενημέρωσης αλλά και πολιτικών αντιπαραθέσεων,
επαγγελματικών συναλλαγών αλλά και τόποι των γλεντιών της παρέας, τόποι του καλαμπουριού και
της πλάκας, αποτελούν την καρδιά της ανδρικής κοινωνίας κάθε τόπου, ο χώρος οπου συζητιώνται και
επιλύονται όλων των ειδών ανδρικά ζητήματα.
Στο καφενείο οι άντρες περνούν την ώρα τους, πίνουν τον καφέ τους παίζοντας χαρτιά ή παρτίδες
τάβλι, βλέπουν ή ακούν τις ειδήσεις, σχολιάζουν τα γεγονότα, συζητούν –και κυρίως διαφωνούν-
πολιτικά, έρχονται σε κέφι, πειράζονται, συναλλάσονται, κλείνουν δουλειές, πίνουν το ούζο τους,