9
Γυρολόγοι ή πραματευτάδες
ονομάζονταν οιπλανόδιοι έμποροι που περιφέρονταν στη Λέσβο (και
σπανιότερα και εκτός νησιού) και πουλούσαν διάφορα είδη (τρόφιμα, ψιλικά,βιοτεχνικά προϊόντα) που
δεν ήταν διαθέσιμα στουςτόπους που επισκέπτονταν (χωριά, κωμοπόλεις ή συνοικίες).
Οι
καραβομαραγκοί
ήταν πρακτικοί ναυπηγοί με μεγάλη εμπειρία.
Ο
μπόγιας
είναι ένας δημοτικός υπάλληλος ο οποίος συλλέγει τα αδέσποτα ζώα ,κυρίως τα σκυλιά.
Η
ξεματιάστρα
ήτανε και είναι παραδεχτό το «μάτι», και πως μπορούσε κάποιος με κατάλληλη προσευχή
και "μυστικά λόγια" να ελευθερώσει αυτόν που "χτυπήθηκε" από "κακό μάτι". Μπορούσε δηλαδή, να
ξεματιάσει τον ματιασμένο.
Οι
μπογιατζήδες
έβαφαν βαμβακερά και μάλλινα νήματα , πατητές και πατανιές , χηράμια και άλλα.
Το πρώτο βήμα μετά την ασυνήθιστη για έναν 20χρονο επαγγελματική επιλογή ήταν να εντοπίσει έναν
παλιό τσαγκάρη και να μάθει κοντά του την τέχνη της επισκευής των παπουτσιών. Αυτή είναι η δουλειά
του
τσαρουχοποιού
.
Ένα σπουδαίο επάγγελμα, αυτό του
πλανόδιου φωτογράφου
, έδωσε πλούσιο υλικό στην ιστορική μνήμη
του τόπου μας. Η μηχανή του ήταν ένα τετράγωνο κουτί (σκοτεινός θάλαμος ή κάμερα) που στηριζόταν σε
τρίποδο.
Ο στραγαλατζής ήταν πλανόδιος πωλητής
και πουλούσε στραγάλι
Οι πελάτες τους ήταν κυρίως νεανικό
κοινό. Όπως όλοι οι πωλητές της εποχής εκείνης κρατούσαν τεφτέρια, όπου έγραφαν τα χρωστούμενα
πουλώντας με πίστωση.
Με ένα ξύλινο ρόπαλο, ή με βότσαλα χτυπούσαν τα τζάμια και τις πόρτες των πελατών τους για να τους
ξυπνήσουν στην ώρα τους για να πάνε στην εργασία τους. Αυτή ήταν η δουλειά του ανθρώπου ξυπνητήρι.
Στην παλιά Αθήνα που δεν υπήρχαν βρύσες μέσα στα σπίτια, ο νερουλάς αναλάμβανε την τροφοδότηση
τους με νερό. Υπήρχε συνήθως ένας
νερουλάς
σε κάθε γειτονιά και είχε σταθερή πελατεία .
Ο
πλανόδιος μανάβης
ήταν δημοφιλής στα χωριά αφού εκεί πουλούσε κυρίως τα προϊόντα του. Τους
εξυπηρετούσε καθώς τους προμήθευε τα αγαθά που είχαν μεγάλη δυσκολία να τα αποκτήσουν.
Νταμαρτζήδες
ονομάζονταν οι εργάτες τωνλατομείων, που εξόρυσσαν τα πετρώματα για τηνκατασκευή
κτιρίων, καλντεριμιών και άλλων πέτρινωνκατασκευών.
Κυρίως με το όνομα
αρκουδιάρης
ή και
αρκουδόγυφτος
φερόταν συνήθως ο τσιγγάνος εκείνος που
παλαιότερα περιήγαγε αρκούδα σε υπαίθριες παρουσιάσεις - επιδείξεις και με αυτό τον τρόπο
χρηματιζόταν.
Αλμπάνης
(από το τουρκικού nalbant, αλμπάνης = πεταλωτής)
Παλιά υπήρχαν πολλοί πεταλωτές μια και ήταν απαραίτητοι αφού κάθε σπίτι στο χωριό είχε και ένα ζώο
για τις δουλειές του, γαϊδούρι ή μουλάρι.
Ο
καρβουνιάρης
ήταν ένα δύσκολο αλλά απαραίτητο επάγγελμα, καθώς τα κάρβουνα ήταν απαραίτητα
για πολλές καθημερινές δουλειές.